cylindrical shank - translation to ρωσικά
Diclib.com
Λεξικό ChatGPT
Εισάγετε μια λέξη ή φράση σε οποιαδήποτε γλώσσα 👆
Γλώσσα:     

Μετάφραση και ανάλυση λέξεων από την τεχνητή νοημοσύνη ChatGPT

Σε αυτήν τη σελίδα μπορείτε να λάβετε μια λεπτομερή ανάλυση μιας λέξης ή μιας φράσης, η οποία δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας το ChatGPT, την καλύτερη τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης μέχρι σήμερα:

  • πώς χρησιμοποιείται η λέξη
  • συχνότητα χρήσης
  • χρησιμοποιείται πιο συχνά στον προφορικό ή γραπτό λόγο
  • επιλογές μετάφρασης λέξεων
  • παραδείγματα χρήσης (πολλές φράσεις με μετάφραση)
  • ετυμολογία

cylindrical shank - translation to ρωσικά

WIKIMEDIA DISAMBIGUATION PAGE
Shanking; Shank (mechanical); Shank (disambiguation); Shank (film)

cylindrical shank      

общая лексика

цилиндрический хвостовик

foreshank         
  • Raw beef shank, whole cut
  • Braised beef shank
CUT OF BEEF
Beef Shank; Beef shin; Foreshank

['fɔ:ʃæŋk]

существительное

кулинария

рулька

передняя голяшка

cylindrical coordinates         
  • z}} (blue), each increasing at a constant rate. The point is at the intersection between the three colored surfaces.
  • P}} are roughly (1.0, −1.732, 1.0).
THREE-DIMENSIONAL ORTHOGONAL COORDINATE SYSTEM
Cylindrical coordinates; Cylindrical coordinate; Cylinder coordinates; Cylindrical polar coordinates; Cylindrical polar coordinate; Polar cylindrical coordinate; Galactocentric cylindrical polar coordinate; Polar cylindrical coordinates; Galactocentric cylindrical polar coordinates; Cylindrical polars; Cylindrical coordination; Radial line

общая лексика

цилиндрические координаты

Ορισμός

shank
¦ noun
1. a person's leg, especially the lower participle
the lower part of an animal's foreleg, especially as a cut of meat.
2. a long, narrow part of a tool connecting the handle to the operational end.
the stem of a key, spoon, anchor, etc.
the straight part of a nail or fish hook.
3. a part by which something is attached to something else.
4. the band of a ring.
5. the narrow middle of the sole of a shoe.
¦ verb Golf strike (a ball) with the heel of the club.
Derivatives
-shanked adjective
Origin
OE sceanca, of W. Gmc origin.

Βικιπαίδεια

Shank
Μετάφραση του &#39cylindrical shank&#39 σε Ρωσικά